|
Ωστόσο, καθώς η
εκτεταμένη αβεβαιότητα
στο διεθνές σύστημα
δυσχεραίνει τον
προσδιορισμό μιας
«συνάρτησης αντίδρασης»
(reaction
function)
εκ μέρους της κεντρικής
τράπεζας και ειδικά όταν
η οικονομία πλήττεται
από μεγάλες διαταραχές,
ο νέος πρόεδρος της
Fed
θα ήταν χρήσιμο να
αντλήσει έμπνευση από
έναν από τους πιο
εξέχοντες προκατόχους
του, τον Αλαν Γκρίνσπαν.
Συγκεκριμένα, στο βιβλίο
του «The
Map
and
the
Territory»,
το οποίο συνέγραψε μετά
την παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση
της προηγούμενης
δεκαετίας, ο Γκρίνσπαν
παραδέχεται ότι οι
παραδοσιακές προβλέψεις
απέτυχαν επειδή δεν
έδιναν αρκετή προσοχή
στη συμπεριφορική
οικονομική επιστήμη και
στην πιθανότητα μη
ορθολογικής συμπεριφοράς
εκ μέρους των δρώντων
στο οικονομικό σύστημα.
Αναλυτικά, ο
μακροβιότερος στη θέση
του προέδρου της
Fed
(1987-2006) περιγράφει
πώς άλλαξε η οπτική του
μετά τη διατλαντική
κρίση που ξέσπασε αμέσως
μετά την κατάρρευση της
Lehman,
επεισόδιο το οποίο ο
Γκρίνσπαν χαρακτηρίζει
ως «γεγονός που
συμβαίνει μία φορά στον
αιώνα» και «γεγονός που
συμβαίνει μία φορά στη
ζωή του ανθρώπου».
Η αλλαγή της θεώρησης
των πραγμάτων αναφέρεται
ειδικότερα στην εκδήλωση
των λεγόμενων «ζωωδών
ενστίκτων» (animal
spirits)·
μιας έννοιας που
εισήγαγε ο Τζον Μέιναρντ
Κέινς στη διάσημη
«Γενική Θεωρία» του,
προκειμένου να
περιγράψει την αυθόρμητη
τάση του ανθρώπου προς
τη δράση και όχι προς
την αδράνεια –
ιδιαίτερα, δε, σε
περιόδους σοβαρών
οικονομικών κρίσεων.
Κατά τον Γκρίνσπαν,
υπάρχει κάτι πιο
συστηματικό στον τρόπο
με τον οποίο οι άνθρωποι
συμπεριφέρονται
ανορθολογικά, ειδικά σε
περιόδους ακραίας
οικονομικής πίεσης, από
ό,τι είχε προηγουμένως
σκεφτεί. Αυτή η
συμπεριφορά μπορεί να
μετρηθεί και να
αποτελέσει αναπόσπαστο
μέρος της διαδικασίας
οικονομικών προβλέψεων
και, συνακόλουθα, της
διαμόρφωσης της
οικονομικής πολιτικής.
Τέτοιες «συνέπειες», που
πράγματι εκδηλώνονται
από αυτά τα «ένστικτα»,
μπορούν να ενισχύσουν
σημαντικά την ικανότητά
μας να εντοπίζουμε
αναδυόμενες φούσκες
τιμών στις αγορές
μετοχών, εμπορευμάτων
και συναλλάγματος – και
ακόμη και να προβλέπουμε
τις οικονομικές
συνέπειες που θα
επιφέρει το σπάσιμο μιας
τέτοιας φούσκας και η
ανάκαμψη που τελικά θα
ακολουθήσει.
Εξάλλου, κατά τη
διάρκεια της συνέντευξης
Τύπου που ακολούθησε την
ανακοίνωση της απόφασης
της αρμόδιας επιτροπής
ανοικτών αγορών (FOMC)
της Fed
να αυξήσει το
επιτόκιοκλειδί του
δολαρίου στα μέσα
Σεπτεμβρίου, απαντώντας
στο ερώτημα κατά πόσον
οι χρηματοοικονομικές
συνθήκες στην
αμερικανική οικονομία
είναι πλέον
περιοριστικές –δηλαδή,
αν τα επιτόκια
βρίσκονται πάνω ή κάτω
από το θεωρούμενο ως
«ουδέτερο επιτόκιο» (neutral
rate)–
ο Γουόρς διεμήνυσε ότι
το τελευταίο δεν
αποτελεί μέρος των
πρακτικών συζητήσεων της
Fed.
Στον αντίποδα, δεδομένου
ότι η Fed
εδώ και πεντέμισι χρόνια
δεν έχει πετύχει τον
στόχο της για πληθωρισμό
2% και επομένως
υφίσταται μία σημαντική
πρόκληση ως προς αυτόν
τον (σε κάποιον βαθμό,
περισσότερο αυθαίρετο
παρά «ακαδημαϊκό»)
στόχο, υποστηρίζω ότι
μια πρακτική συζήτηση
σχετικά με την αλλαγή
του αριθμητικού στόχου
ενδεχομένως να τεθεί στο
τραπέζι της αμερικανικής
κεντρικής τράπεζας, εάν
οι υπεύθυνοι χάραξης
πολιτικής των ΗΠΑ
εκτιμήσουν ότι ο
υποκείμενος πληθωρισμός
παραμένει –με τα λόγια
του Γουόρς στο ετήσιο
συμπόσιο του Τζάκσον Χολ
τον Αύγουστο–
«κολλημένος», με
ορίζοντα το επόμενο
έτος.
Για τέσσερις λόγους:
Πρώτον, σε αντίθεση με
την περίοδο 2022-23
–όταν η αξιοπιστία της
Fed
θα είχε διακυβευθεί σε
μεγάλο βαθμό αν είχε
επιλέξει να αυξήσει τον
αριθμητικό αυτόν στόχο
ενώ ο πληθωρισμός
επιταχυνόταν σε επίπεδο
σχεδόν διψήφιο–, μια
αλλαγή νομισματικού
πλαισίου που θα
χαρακτηρίζεται από στόχο
3%, υπό τις τρέχουσες
συνθήκες, με τον
πληθωρισμό να κυμαίνεται
κατά μέσον όρο στην
περιοχή πλησίον και
ελαφρώς υψηλότερα του 3%
από τα μέσα του 2023
μέχρι και σήμερα, θα
φαινόταν πιο κατάλληλη·
ένας στόχος πιο κοντά
στην τρέχουσα οικονομική
πραγματικότητα, ενώ
παράλληλα θα
αντιστέκεται στις όποιες
πολιτικές πιέσεις για
δραστική μείωση των
επιτοκίων, εκτιμώ ότι
δεν θα έβλαπτε την
αξιοπιστία της
Fed.
Φυσικά, αν ο πρόεδρος
της Fed
θεωρηθεί έστω και στον
παραμικρό βαθμό ότι
ενεργεί με πολιτικά
κριτήρια, οι αγορές
μπορούν να τιμωρήσουν με
πωλήσεις τόσο τα
αμερικανικά ομόλογα όσο
και το δολάριο.
Δεύτερον, η αλλαγή του
στόχου για τον
πληθωρισμό θα εξασφάλιζε
το απαραίτητο επιπλέον
περιθώριο χάραξης
πολιτικής, δεδομένης της
αυξημένης αβεβαιότητας
που διέπει (και) τη
νομισματική πολιτική,
λόγω της φρενήρους
τεχνολογικής ανάπτυξης
στον τομέα της τεχνητής
νοημοσύνης, καθώς οι
μεγάλες κεντρικές
τράπεζες αντιμετωπίζουν
σοβαρή πρόκληση στην
εκτίμηση του μεγέθους
και του χρόνου των
επιπτώσεών της στην
οικονομική ανάπτυξη, τα
επιτόκια, την απασχόληση
και τον πληθωρισμό.
Τρίτον, καθώς ένας
υψηλότερος στόχος
συνεπάγεται υψηλότερα
μέσα ονομαστικά
επιτόκια, η Fed
θα διαθέτει έναν
μεγαλύτερο νομισματικό
χώρο για να μειώσει τα
επιτόκια όταν χρειαστεί,
μειώνοντας έτσι τον
κίνδυνο του περιορισμού
που εκ των πραγμάτων
επιβάλλει η ύπαρξη του
λεγόμενου κατώτατου
ορίου του μηδενικού
επιτοκίου (zero
lower
bound).
Τέταρτον, η πεποίθηση
του Γουόρς ότι το
εργαλείο των επιτοκίων
κατέχει τον πρωταρχικό
ρόλο ως προς την
αντιμετώπιση του
πληθωρισμού –άποψη η
οποία πιθανόν υπονοεί
τον σκεπτικισμό του
προέδρου της Fed
έναντι μη συμβατικών
μέτρων νομισματικής
πολιτικής, όπως η
λεγόμενη ποσοτική
χαλάρωση–, ενισχύει
περαιτέρω το προηγούμενο
επιχείρημα.
Σε τελική ανάλυση, ένας
υψηλότερος στόχος
πληθωρισμού θα μπορούσε
να αποτελέσει τον
θεσμικό παράγοντα για
την επίλυση του γρίφου
που σχετίζεται με το
δίπολο
«γεράκι»-«περιστέρι» στο
τραπέζι της FOMC,
καίτοι αυτό φαίνεται
προς το παρόν να
καλύπτεται από την
ομοφωνία της πρόσφατης
απόφασης για αύξηση των
επιτοκίων.
* Ο κ. Κωνσταντίνος
Γκράβας είναι διδάκτωρ
του Τμήματος Ιστορίας
και Φιλοσοφίας της
Επιστήμης του ΕΚΠΑ,
συγγραφέας του βιβλίου
«Οικονομικός Πόλεμος και
Νομισματική Ειρήνη» και
συν-συγγραφέας του
βιβλίου «Κεντρικές
Τράπεζες».
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή.
|